λευκαδα - Μάχη της Πελαγονίας

Φωτογραφία από χρήστη auteur στο Flickr.
Την ίδια περίοδο ο δεσπότης της Ηπείρου, Λευκάδα Μιχαήλ Β Δούκας, συμμάχησε με το βασιλιά της Σικελίας, Μανφρέδο Χοχενστάουφεν, παντρεύοντάς τον με την κόρη του την Ελένη, και με τον πρίγκιπα της Αχαΐας, Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο, λευκαδα Κατάλογος ελληνικών νησιών ανά έκταση παντρεύοντάς τον με την κόρη του την Άννα. Στην πράξη αυτή οδηγήθηκε ίσως από φόβο για το μέγεθος του στρατού της Νίκαιας, Λευκάδα αλλά σίγουρα από δυσπιστία στους συμμάχους του και από φόβο για τις δικές τους φιλοδοξίες.
Πριγκιπάτο της Αχαΐας, Βασίλειο της Σικελίας Θεόδωρος Δούκας Γουλιέλμος Β Βιλλεαρδουίνος Η μάχη της Πελαγονίας έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο του 1259, ανάμεσα στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας και στη συμμαχία που είχε δημιουργηθεί εναντίον της, το Λευκάδα Βασίλειο της Σικελίας, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και το Πριγκιπάτο της Αχαΐας. Ο Μανφρέδος έστειλε εσπευσμένα ενισχύσεις στις ηπειρώτικες ακτές για να διασώσουν ότι μπορούσαν. Ο Μιχαήλ Δούκας κατάφερε να ανακαταλάβει τα εδάφη που έχασε μόλις το 1260.
Σύμφωνα με το Χρονικόν του Μορέως, ο στρατός της Νίκαιας εκτός Λευκάδα από το κύριο τμήμα του αποτελείτο και από Τούρκους μισθοφόρους, 2.000 Κουμάνους, 300 Γερμανούς, 13.000 Ούγγρους , 4.000 Σέρβους και Βουλγάρους και μερικούς Βλάχους. Ο στρατός των Νικαιατών υποχώρησε βόρεια ακολουθούμενος από το στρατό των συμμάχων, μέχρι την πεδιάδα της Πελαγονίας, κοντά στην Καστοριά.
Σύντομα ο γιος του, Λευκάδα Ιωάννης, εγκατέλειψε το στρατό της Νίκαιας και κατέφυγε και αυτός στη Λευκάδα. Κάποιο ρόλο ίσως έπαιξε και ο γιος του, Ιωάννης, που σύμφωνα με τον Γεώργιο Παχυμέρη εξοργίστηκε από την προσοχή που έδειχναν κάποιοι Φράγκοι ευγενείς στην όμορφη Βλάχα γυναίκα του.
Οι δυνάμεις του Γουλιέλμου και του Μανφρέδου Λευκάδα δέχθηκαν απροετοίμαστες την επίθεση των Νικαιατών. Πολλοί ιππότες σκοτώθηκαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι.
Με την αιχμαλωσία του Γουλιέλμου εξουδετερωνόταν το πριγκιπάτο της Αχαΐας, που ήταν το ισχυρότερο φραγκικό κράτος στον ελλαδικό χώρο. Ο Γουλιέλμος στην προσπάθειά του να ξεφύγει κρύφτηκε σε μία θημωνιά αλλά βρέθηκε λίγο αργότερα και αναγνωρίστηκε από τον έντονο προγναθισμό του. Η μάχη ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος για την αυτοκρατορία της Νίκαιας.
Αλλά και ο στρατός των Νικαιατών με αρχηγούς τον Ιωάννη Παλαιολόγο (αδελφό του Μιχαήλ Παλαιολόγου) και το Θεόδωρο Δούκα (αδελφό του Μιχαήλ Δούκα) κινητοποιήθηκε και εισέβαλε στη Θεσσαλία. Οι Ούγγροι τοξότες της Νίκαιας σκότωσαν τα άλογα των Φράγκων ιπποτών αφήνοντάς τους ουσιαστικά ανυπεράσπιστους.
Εκεί, οι Νικαιάτες μάζεψαν τους ντόπιους με τα κοπάδια τους και τους έστειλαν στους κοντινούς λόφους από πίσω τους ώστε να μοιάζουν σαν άλλο ένα μέρος του στρατού και να παραπλανήσουν τους συμμάχους. Η Κωνσταντινούπολη, όμως, έπεσε στα χέρια των Νικαιατών το 1261 δίνοντας τέλος στη Λατινική Αυτοκρατορία και επανιδρύοντας τη Βυζαντινή.
Ο Γουλιέλμος απελευθερώθηκε το 1262 αφού παρέδωσε στον Μιχαήλ Παλαιολόγο τα κάστρα του Μυστρά, της Μεγάλης Μάνης και της Μονεμβασίας. . Έπειτα, έστειλαν ένα δικό τους άνθρωπο, δήθεν αυτόμολο στους Ηπειρώτες, ο οποίος τους πληροφόρησε (υπερβάλλοντας φυσικά) για το μέγεθος του στρατού της Νίκαιας. Τη νύχτα πριν από την μάχη ο Μιχαήλ Δούκας με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του εγκατέλειψε κρυφά το στρατόπεδο.
Η απειλή για τη Θεσσαλονίκη είχε εκλείψει και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος μπορούσε να στρέψει την προσοχή του στην ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Ο Ιωάννης Παλαιολόγος προχώρησε νοτιότερα, κατέλαβε την Άρτα και λεηλάτησε τη Θήβα. Αυτή η συμμαχία στρεφόταν σαφώς κατά της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και απειλούσε άμεσα τη Θεσσαλονίκη. Το 1259 ο στρατός των Φράγκων της Πελοποννήσου πέρασε τον Κορινθιακό και ενώθηκε με το στρατό των Ηπειρωτών και τους Βλάχους του Ιωάννη Δούκα (γιου του Μιχαήλ Δούκα), αλλά και με 400 Γερμανούς ιππότες που έστειλε ο Μανφρέδος.
Το δεσποτάτο της Ηπείρου είχε σχεδόν διαλυθεί. Ήταν ένα γεγονός αποφασιστικής σημασίας για την ιστορία της ανατολικής Μεσογείου. Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας, Θεόδωρος Β Λάσκαρης, πέθανε το 1258 ενώ ήδη είχε ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ της Ηπείρου και της Νίκαιας.
Ο Μιχαήλ Δούκας είχε καταφύγει στη Λευκάδα για να γλυτώσει. Ο Ιωάννης δεν ακολούθησε τον πατέρα του, αλλά ενώθηκε με τους Νικαιάτες. Το πρωί της επόμενης ημέρας ο υπόλοιπος στρατός των Ηπειρωτών βλέποντας ότι ο δεσπότης Μιχαήλ είχε φύγει διαλύθηκε.
