λευκαδα - Λευκάδιος Χερν

λευκαδα - Λευκάδιος Χερν
Φωτογραφία από χρήστη niccolo.rigacci στο Flickr.

Δεύτερος γιος του Καρόλου Χερν και της Ρόζας Κασιμάτη. Μετά από ένα διάστημα συμβίωσης με τον πατέρα του, η μητέρα λευκαδα Λευκάδιος Χερν του αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα, καθώς ο Κάρολος Χερν εκμεταλλεύτηκε ένα νομικό κενό και έθεσε εκτός ισχύος τον γάμο λευκαδα του. Έτσι, σε ηλικία πέντε ετών ο Λευκάδιος Χερν αποχωρίστηκε από Λευκάδα τη μητέρα του χωρίς να την δει ποτέ ξανά.

Στον δέκατο πέμπτο μήνα διαμονής του στην Ιαπωνία παντρεύτηκε τη Σετζούκο Κοϊζούμι. Για ένα χρονικό διάστημα έζησε λευκαδα Χρήστος Κορύλλος κάτω από συνθήκες μεγάλης φτώχειας.

Σιγά σιγά άρχισε να δουλεύει σε υψηλότερες θέσεις και έφτασε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε Λευκάδα εφημερίδα του Σινσιννάτι (Cincinnati Daily Enquirer). Τον Δεκέμβριο του 1896, το Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο του προσέφερε την έδρα του καθηγητή της Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας.

Στην ηλικία αυτή αυτή ένιωθε φόβο για τα φαντάσματα και τα στοιχειά. Όταν γνώρισε τον Χένρυ Γουώτκιν βρισκόταν σε άθλια κατάσταση.

Ο Λευκάδιος Χερν (Patricio Lafcadio Tessima Carlos Hearn) ή Κοϊζούμι Γιακούμο (小泉八雲) ήταν συγγραφέας και δημοσιογράφος και θεωρείται ο εθνικός ποιητής της Ιαπωνίας. Γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 27 Ιουνίου του 1850 από Ελληνίδα μητέρα και πατέρα Ιρλανδό. Κόρη μίας οικογένειας σαμουράι, των Κοϊζούμι που είχαν ξεπέσει με την καταστροφή που Λευκάδα επέφερε σε αυτήν την κοινωνική τάξη η νέα πορεία της Ιαπωνίας.

Υιοθετεί μάλιστα το όνομα της συζύγου του και από Λευκάδιος Χερν ονομάζεται Κοϊζούμι Γιάκουμο. Μία μικρή νεκρική πομπή μετέφερε τη σορό του στον παλιό ναό Κομπουπέρα.

Όταν κάποια στιγμή ανακάλυψε ένα βιβλίο για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ένιωσε ενθουσιασμένος. Στην πλάκα που έστησαν οι φοιτητές του υπήρχε το εξής κείμενο: Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε, έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε, αλίμονο, τον τάφο. Τα πιο γνωστά του έργα είναι: .

Η θεία του για να τον κάνει να ξεπεράσει τις φοβίες του αυτές τον κλείδωνε στο υπόγειο. Όταν έφτασε σε σχολική ηλικία άρχισε να διαβάζει. Όπως είπε αργότερα ο ίδιος: Εισήλθα στη δική μου αναγέννηση.

Κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού έχασε το ένα μάτι του. Στην Ιαπωνία ο Λευκάδιος Χερν έζησε τα 14 τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο Λευκάδιος Χερν πέθανε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1903 ύστερα από πνευμονικό οίδημα.

Μπρόστα υπήρχαν τα βουδιστικά λάβαρα, πίσω δυο μικρά παιδιά που κουβαλούσαν ζωντανά πουλιά σε μικρά κλουβιά που θα τα άφηναν ελέυθερα συμβολίζοντας τη φυγή της ψυχής από τα δεσμά της. Το σπίτι όπου έζησε ο μικρός Λευκάδιος στο Κύθηρα στέκει ακόμα. Ο πατέρας του πήρε μετάθεση για τις δυτικές Ινδίες και έτσι δυο χρονιά αργότερα ο μικρός Λευκάδιος ταξίδεψε με τη μητέρα του στο Δουβλίνο για να ζήσουν με την οικογένεια του πατέρα του.

Από τότε κλείστηκε στον εαυτό του. Σε ηλικία 19 ετών αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις Η.Π.Α. Ακολουθούσαν τα άτομα που κουβαλούσαν το φέρετρό του, πιο πίσω οι ιερείς με τα κουδουνάκια τους και το φαγητό για το νεκρό, ενώ την πομπή έκλειναν η οικογένεια και οι φίλοι του νεκρού.

Μαζί της έκανε τέσσερα παιδιά. Αργότερα και με τη βοήθεια του Μπάζιλ Τσάμπερλαιν και του Ίτζιτο Χαττόρι βρήκε θέση καθηγητή της αγγλικής γλώσσας στην πόλη Ματσούε στη βορειοδυτική Ιαπωνία.

Με τη βοήθεια του βρήκε δουλειά σε μια εφημερίδα. Περιπλανήθηκε στη Νέα Ορλεάνη, στη Νέα Υόρκη, στις Γαλλικές Αντίλλες. Το 1889 βρέθηκε σαν ανταποκριτής στην Ιαπωνία.

Η μητέρα του ήταν ευγενούς καταγωγής κόρη του Αντώνιου Κασιμάτη από τα Κύθηρα ενώ ο πατέρας του στρατιωτικός χειρουργός στο Βρετανικό Σώμα των Επτανήσων από το Δουβλίνο. Συγγενικό πρόσωπο που έδειχνε συμπάθεια στον Λευκάδιο και τη μητέρα του.

Αργότερα, και αφού είχε περάσει από το γαλλικό κολλέγιο του Υβενό στάλθηκε στο κολλέγιο Σαίντ Κούθμπερτ (Ushaw Roman Catholic College). Η μητέρα του αντιμετώπιζε δυσκολίες προσαρμογής στην ξένη χωρά αλλά και στο σπίτι της οικογένειας του άντρα της και έτσι μετακόμισε στην Σάρα Μπρέναν.