λευκαδα - Αντώνης Κατσαντώνης

λευκαδα - Αντώνης Κατσαντώνης
Φωτογραφία από χρήστη στο Flickr.

Ο Αλή Πασάς όταν το έμαθε προκειμένου να τον εκφοβίσει διέταξε για δεύτερη φορά τη σύλληψη του πατέρα του, τη λευκαδα Αντώνης Κατσαντώνης δήμευση της περιουσίας του και την πυρπόληση της οικίας του. Ο Κατσαντώνης όμως δεν απαντούσε με συνέπεια να οδηγηθεί τελικά λευκαδα μαζί με τον αδελφό του Χασιώτη στον ιστορικό πλάτανο όπου Λευκάδα και υπέστη το μαρτυρικό θάνατο δια της συντριβής των οστών του.

Τίποτα όμως δεν κατόρθωναν οι «Αληπασίτες» κατά του αεικίνητου Κατσαντώνη που παρέμενε κάθε φορά ασύλληπτος. Αντ΄ λευκαδα Αλεξανδρούπολη αυτών, ο ιστορικός Φραγκίστας περιορίζοντας τα γεγονότα κατά το επιεικέστερο επί των παραδόσεων, αναφέρει πως ο Κατσαντώνης στα εικοσιπέντε του χρόνια, (1802), Λευκάδα εγκατέλειψε τον ποιμενικό βίο και έγινε κλέφτης, έπειτα από κάποιο περιστατικό που του συνέβη μ έναν Τούρκο. Μόλις ο Κατσαντώνης απελευθερώθηκε, σκότωσε τον μπουλούκμπαση και υποχρεώθηκε έτσι, φυγοδικώντας, να στραφεί στην κλέφτικη ζωή.

Τότε ο Κατσαντώνης υποχρεώθηκε για να πετύχει την ελευθερία του πατέρα του να καταβάλει Λευκάδα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, όπως κι έγινε. Ο Κατσαντώνης ορκίσθηκε τότε να ξεπλύνει τη ντροπή της οικογενείας του με τα όπλα παρατώντας τη βοσκή. Επειδή όμως είχε αναπτύξει κλέφτικη δράση, πήγε και εγκαταστάθηκε τελικά στο Μάραθο (Μύρισι) Αγράφων Ευρυτανίας, όπου παντρεύτηκε την Αρετή, κόρη του επίσης κλεφτοκαπετάνιου στα Άγραφα Βασίλη Δίπλα. Το Λευκάδα ζευγάρι απέκτησε τρία αγόρια: τον Κατσαντώνη, που πήρε το όνομα του σύμφωνα με άλλη παράδοση από τη παράκληση της μάνας του να μην πάει στα βουνά ως αρματολός και του έλεγε «Κάτσε Αντώνη, κάτσε Αντώνη», τον Κώστα Λεπενιώτη, που γεννήθηκε στη Λεπενού Αιτωλοακαρνανίας, εξ ου και το επώνυμό του, και Λευκάδα τον Γιώργο Χασιώτη, που γεννήθηκε στα Χάσια, απ΄ όπου και το επίθετο του. Αρκετοί άλλοι μελετητές αναφέρουν πως το ζευγάρι είχε έναν ακόμη γιο το Χρήστο ή Κούτσικο, που πέθανε φυλακισμένος από τους Τούρκους στα Μετέωρα, καθώς και μια κόρη, τη Κατερίνα, που παντρεύτηκε κατόπιν στο χωριό Βελαώρα των Απεραντίων αλλά δεν είναι γνωστό με ποιόν.

Είχε συλληφθεί και αφού δάρθηκε από ένα μπουλούκμπαση με την κατηγορία της ζωοκλοπής , αφέθηκε ελεύθερος αφού κατέβαλε πολλά λύτρα. Στο Μάραθο γεννήθηκε το πρώτο παιδί της οικογένειας, ο Αντώνης, ο μετέπειτα γνωστός ως Κατσαντώνης το 1775. Πριν ξεκινήσει την επαναστατική του δράση ήταν βοσκός στο κοπάδι του πατέρα του και είχε γυρίσει όλα τα βουνά των Αγράφων.

Παρά τις προσπάθειες του γιατρού του, Θανάση Ντουφεκιά, η κατάσταση του ήταν μη αναστρέψιμη. Κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του, περιφρονητικά ακούσθηκε να λέγει μέσα σε παραλήρημα που έμεινε ιστορικό: «έρμα γρόσια, έρμα γρόσια». Η παράδοση θέλει τον Κατσαντώνη κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του να τραγουδά περήφανα ώστε να μη δείχνει τον πόνο του αλλά να ξεψυχάει πρώτος, εφόσον ήταν και άρρωστος, ενώ μετά από λίγο πέθανε και ο αδερφός του. Εδώ θα γίνει αναφορά στις μάχες που έδωσε και κέρδισε ο Κατσαντώνης με τους κλέφτες του εναντίων των ασκεριών που έστελνε ο Αλή πασάς για να τον εξοντώσουν. Στο χιλιοτραγουδησμένο αυτό κατόρθωμα του Κατσαντώνη θα δώσουμε ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς ήταν το μεγαλύτερο ασκέρι που είχε στείλει ο Αλή πασάς (700 με 800 κατά ορισμένους μελετητές ή 1000 άντρες χωρισμένοι σε 2 σώματα των 500 κατά άλλους) και με το καλύτερο διοικητή του τον δερβέναγα Βεληγκέκα και με υπαρχηγό τον Γιουσούφ Αράπη. Στη μνήμη των κατοίκων της περιοχής των Αγράφων διατηρήθηκε το όνομα του οπλαρχηγού Κατσαντώνη.

Το 1807 έφερε μια τιμητική διάκριση για τον Κατσαντώνη, αφού είχε σκοτώσει τον Βεληγκέκα, γνωστό μας από το θέατρο Σκιών. Εκείνη την περίοδο είχε ξεσπάσει παράλληλα και ο σφοδρός διωγμός των λεγομένων Ασίζηδων και Ζορμπάδων (κλεφτών) οι οποίοι κι αυτοί είχαν καταφύγει ομοίως στα Άγραφα. Ίσως τότε ο Κατσαντώνης να «θαυματουργούσε» και εκεί αν δεν μεσολαβούσε η συνθήκη του Τιλσίτ με την οποία τα Επτάνησα πέρασαν ξανά στη γαλλική κυριαρχία. Επανερχόμενος ο Κατσαντώνης στ΄ Άγραφα ήδη προσβεβλημένος από «ευλογιά» από παιδική ηλικία αποσύρθηκε των περιπετειών, το καλοκαίρι του 1809.

Σύμφωνα με ορισμένες πηγές παντρεύτηκε μια τσελιγκοπούλα που ονομαζόταν Αγγελική Δράκου και έκανε μαζί της έναν γιο, τον Αλέξανδρο, αλλά οι πληροφορίες για αυτούς είναι λιγοστές και δεν έχουν εξακριβωθεί. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση ο Κατσαντώνης έμενε με τους γονείς του στη Λεπενού όταν καταγγέλθηκε (το 1800 ή 1802), άδικα κατά κάποιους, στον Αλή Πασά από κάποιον Γιάγκο Καραγκούνη πως όλη η οικογένεια του Γιάννη Μακρυγιάννη προέβαινε σε συστηματική ζωοκλοπή σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Εκεί τον περιποιούνταν ο γιατρός του Ντουφεκιάς και για την ασφάλεια του άφησαν 5 κλέφτες με τον Γιώργο Χασιώτη επικεφαλή.

Έτσι μαζί με τ΄ αδέλφια του και τεσσάρων συντρόφων του διέμενε κρυμμένος σε κάποιο σπήλαιο της Ακαρνανίας, στο βουνό «Μοναστηράκι» των Αγράφων σε μια άγρια και δυσπρόσιτη περιοχή. Αν δηλαδή προδόθηκε από τον ηγούμενο ή όπως λέει μια άλλη παράδοση από τον Γκούρλια, που έμαθε για το κρησφύγετό του από μια γριά, που του πήγαινε φαγητό. .

Το κανονικό του όνομα ήταν Αντώνης Μακρυγιάννης, ο Γιάννης Μακρυγιάννης, ο πατέρας του Κατσαντώνη, καταγόταν επίσης από το Βασταβέτσι. Όταν άρχισε η πολιορκία ο Χασιώτης άρπαξε τον αδελφό του στο ώμο όπου και διέφυγαν.

Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι το όνομα Κατσαντώνης προέρχεται από την τούρκικη λέξη Kaηan (Κατσάν) που σημαίνει φυγόδικος. Ο Αλής δεν δέχθηκε και οι συγκρούσεις άρχισαν ακόμη σφοδρότερες από τον Βάλτο μέχρι το Πήλιο.

Στη συνάθροιση εκείνη που έσπευσε ο Κατσαντώνης πείθοντας και τ΄ αδέλφια του να εγκαταλείψουν τις καπεταναρίες, συμμετείχαν επίσης ο Φώτος Τζαβέλας, ο Κίτσος Μπότσαρης, ο Νικόλαος Περραιβός, οι Μπουκουβαλαίοι, ο Νότης Μπότσαρης, τα αδέρφια Κώστας και Γιώργος Στράτος, καθώς και ο Μήτσος Κοντογιάννης. Τότε ο Κατσαντώνης ορκίσθηκε να εργαστεί υπέρ της Παλιγγενεσίας, επιδεικνύοντας πλέον εθνική συνείδηση, και τάχθηκε υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Αυτός όμως αρνήθηκε θεωρώντας την παρουσία του αναγκαιότερη στ΄ Άγραφα.

Τότε ο Αλή Πασάς διέταξε τη σύλληψή του μαζί με το γιο του, τον Κατσαντώνη οι οποίοι και οδηγήθηκαν στις φυλακές των Ιωαννίνων. Ακόμα και σήμερα στα μέρη των Αγράφων ακούμε διάφορα τοπωνύμια που έχουν πάρει το όνομα του ηρωικού αυτού κλέφτη, όπως «Το γεφύρι του Κατσαντώνη», «Του Κατσαντώνη η βρύση», «Τα ταμπούρια του Κατσαντώνη», «Η σπηλιά του Κατσαντώνη» και «Του Κατσαντώνη το μπογάζι».

Σ΄ εκείνη λοιπόν τη πρόσκληση ο Κατσαντώνης απαίτησε 300 «λουφέδες» (=μισθούς, για τα ισάριθμα παλικάρια του). Αργότερα τον ακολούθησαν και τα δυο μικρότερα αδέρφια του, ενώ χάρη στις ικανότητες του Κατσαντώνη ο Δίπλας αύξησε τη δύναμη του ασκεριού του και όταν σε προχωρημένη ηλικία ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν παρέδωσε τα ηνία της ηγεσίας της κλεφτουριάς των Αγράφων στον εγγονό του Κατσαντώνη.

Αλλά ενώ ο πατέρας του Κατσαντώνη μαζί με κάποιους εκ των συγγενών του πέθαινε στις φυλακές της Άρτας, ο Κατσαντώνης ενισχύθηκε με ομάδες κλεφτών των αδελφών του Λεπενιώτη και Χασιώτη καθώς και μ΄ εκείνων των Δίπλα και Τσόγκα οπότε και άρχισε ένας αμείλικτος αγώνας μεταξύ των Δερβεναγάδων του Αλή και των παραπάνω συμμοριών με κύρια θέατρα συμπλοκών τα Άγραφα, τον Βάλτο, το Ξηρομέρι και άλλες περιοχές. Έτσι αφού σκότωσε τον «Μπουλούκμπαση» Γιάγκο Καραγκούνη, επιδόθηκε εν συνεχεία σε ληστείες και κλοπές, στην αρχή κατά των χαρατζήδων ( δηλ.

Μετά την εξόντωση των Σουλιωτών (1804), ο Αλή Πασάς επεδίωξε νέα συμφωνία με τον Κατσαντώνη όπου αυτή τη φορά τον έπεισε δεδομένου ότι η υγεία του δεύτερου είχε κλονισθεί ήδη σοβαρά. Το πολεμικό σώμα του Κατσαντώνη ανέλαβε να διοικεί ο άλλος του αδερφός ο Κώστας ο Λεπενιώτης.

Ενώ αρχικά πουθενά δεν βρισκόταν το σημείο απόκρυψης κάποιοι εντόπισαν τον βοσκό που μετά από θηριώδη βασανιστήρια αποκαλύφθηκε το σημείο του σπηλαίου. Μετά από επτά ώρες καταδίωξη τελικά κυκλώθηκαν μέσα σε χαράδρα όπου και αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Άγο Βασιάρη.

αυτών που εισέπρατταν τους φόρους για λογαριασμό των Τούρκων) και των σπαχήδων (εξισλαμησθέντων στρατιωτών ιππέων) του Αλή Πάσά. Έτσι ο Αλή Πασάς μετά τον ατελέσφορο μέχρι τότε αγώνα προσπάθησε με χρηματισμό να διασπάσει την ενωμένη κλεφτουριά των Αγράφων.

Εντάχθηκε στην ομάδα του παππού του Δίπλα, που λέγεται κατά την παράδοση ότι ήταν και νονός του. Ο Αντώνης Κατσαντώνης (1770(;) – 1809) ήταν ονομαστός κλέφτης, ο οποίος έδρασε επί τουρκοκρατίας, στα προεπαναστατικά χρόνια στην περιοχή των Αγράφων, του Βάλτου και του Ξηροποτάμου Αιτωλοακαρνανίας. Σύμφωνα με την παράδοση καταγόταν από το Βασταβέστι ή Βασταβέτσι (Πετροβούνι) της Ηπείρου από σαρακατσάνικη οικογένεια, εξ ου και το παρεπώνυμο Κάτσο Αντώνης.

Τότε ο Κατσαντώνης δέχθηκε πλέον το αρματολίκι των Αγράφων όπου και απ΄ αυτό το έτος χαρακτηρίζεται αρματολός. Τη περίοδο αυτή της «νομιμότητας» ο Κατσαντώνης κλήθηκε από τους Ρώσους προκειμένου να καταταχθεί στα ρωσικά στρατεύματα της Επτανήσου. Πράγματι την εποχή εκείνη ο Κατσαντώνης αποτελούσε τη ψυχή της κλεφτουριάς.

Μόνο ένας βοσκός γνώριζε τη θέση του σπηλαίου ο οποίος και τροφοδοτούσε τους κρυπτόμενους. Η ασθένεια και ο τόπος απόκρυψής του τελικά προδόθηκε στον Αλή Πασά, (από κάποιο Γκούρλια, κατά άλλους ο προδότης ήταν ένας καλόγερος, άλλοι πιστεύουν ότι τον πρόδωσε μια γριά που πούλαγε βότανα και μαγγανείες, ενώ τέλος άλλοι πιστεύουν ότι τον πρόδωσε παρά τη θέληση του, ύστερα από βασανιστήρια ένας φίλος του Κατσαντώνη που ονομαζόταν Σιούρτας), ο οποίος και έστειλε τον έμπιστό του μουχουρντάρη (=σφραγιδοφύλακα) Άγο Βασσιάρη με 800 άνδρες να τον συλλάβει. Στη δεκαετία του 1790-1800 ο Κατσαντώνης απέκρουσε όλες τις εναντίον του επιχειρήσεις των τουρκαλβανών όπως του Χασάν Τζαπάρη και Σουλεϊμάν Μπότα, αδελφούς του περιβόητου σιλιχτάρη του Αλή Πασά.

Έτσι το 1805 φόνευσε ο ίδιος και τον Βεληγκέκα, έναν από τους στρατηγούς του Αλή Πασά που είχε εκστρατεύσει κατά της κλεφτουριάς και πίστευε προηγουμένως πως θ΄ έφερνε το κεφάλι του Κατσαντώνη στα Γιάννενα. Ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων εξόντωσε την οικογένειά του μόλις έμαθε ότι το αρματολίκι των Αγράφων ξεσηκώνεται εναντίον του από τον Κατσαντώνη, αυτός με τη σειρά του για να τον εκδικηθεί εξόντωσε πολλούς Τουρκαλβανούς σε διάφορες ενέδρες και μάχες.

Μάχες στις μάχες, ενέδρες στις ενέδρες και προδοσίες στις προδοσίες συμπλήρωναν όλον εκείνο τον αγώνα. Καποδίστρια, μετέπειτα κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδος, που πραγματοποίησε στη Λευκάδα «Συνέλευση των Κλεφταρματολών» αναγνωρίζοντας τον Κατσαντώνη ως Γενικό Αρχηγό των Κλεφτών στη Δυτική Ελλάδα, προκειμένου να σώσουν τη Λευκάδα από την απληστία του Αλή Πασά ή το πιθανότερο από την εντολή που είχε πάρει εκείνος από την Υψηλή Πύλη της εκδίωξης των Ευρωπαίων από τα παράλια του Ιονίου.

Στη συνέχεια το 1807 προσκλήθηκε από τον προύχοντα της Επτανήσου Ι. Ο τελευταίος όμως αθετώντας το λόγο του αφού τους έδεσε τους οδήγησε θριαμβευτικά στα Γιάννενα. Ο Αλή Πασάς δέχθηκε αρχικά με ευγένεια τον Κατσαντώνη τάζοντάς του ακόμα και πατρική στοργή αν δεχόταν να του φανερώσει που είχε κρυμμένους τους περιβόητους θησαυρούς που λέγονταν πως είχε από τις πολυάριθμες λαφυραγωγήσεις και ληστείες που είχε διαπράξει, και που από τις έρευνες του μουχουρντάρη δεν βρέθηκαν στο σπήλαιο.

Ακόμα πολλά δημοτικά άσματα αναφέρονται στα κατορθώματα του. «Κάρτε σκρούετ Αλή πασά o Κατσαντώνης ταναξίνε». (χαρτί έγραφε ο Αλή πασάς να πιάσουνε τον Κατσαντώνη). Απ αυτό το τραγούδι τίθεται μια νέα εκδοχή για το πώς προδόθηκε.